Θυμάμαι, πιτσιρικάς ακόμα, να ξεφυλλίζω την «Πτήση». Τότε δεν υπήρχε ίντερνετ, ούτε YouTube. Αν ήθελες να ονειρευτείς ουρανούς, το περιοδικό αυτό ήταν το μόνο σου παράθυρο. Κάπου εκεί, ανάμεσα σε άρθρα για Mirage και F-16, συνάντησα για πρώτη φορά το όνομα Κώστας Κατσόγιαννος. Και μου έκανε εντύπωση. Όχι γιατί ήταν κάποιος σπουδαίος πιλότος της αεροπορίας, αλλά γιατί ήταν ένας από εμάς. Ένας αγρότης από το Μαυρομάτι Καρδίτσας.
Σε μια Ελλάδα που τότε πάσχιζε ακόμα να βρει τα πατήματά της, ο Κατσόγιαννος έκανε κάτι αδιανόητο: ήθελε να πετάξει. Και επειδή δεν είχε ούτε τα λεφτά, ούτε τη δυνατότητα να αγοράσει εξοπλισμό, έκανε το πιο παλαβό και συνάμα το πιο γενναίο πράγμα στον κόσμο. Έφτιαξε τους αετούς του μόνος του.
Φανταστείτε τη σκηνή: Ένας άνθρωπος του μόχθου, σε ένα απομονωμένο χωριό, να παλεύει με πανιά, σωλήνες και ντίζες, προσπαθώντας να καταλάβει πώς δουλεύει ο άνεμος. Χωρίς tutorials, χωρίς σεμινάρια, μόνο με το ένστικτο και μια τεράστια αγάπη για την ελευθερία. Όταν οι άλλοι τον έβλεπαν να τρέχει στις πλαγιές με τις αυτοσχέδιες κατασκευές του, ίσως να γελούσαν ή να τον έλεγαν «τρελό». Μέχρι που τον είδαν να απογειώνεται.
Αυτός ο «Ιπτάμενος Αγρότης» έγινε τελικά τόσο καλός, που έφτασε να κάνει τον κασκαντέρ για τον James Bond στα Μετέωρα, στην ταινία «Για τα μάτια σου μόνο». Εκεί που οι ξένοι έφερναν πανάκριβα μέσα, ο Κώστας είχε την ψυχή και την τεχνική ενός ανθρώπου που είχε γίνει «ένα» με το μηχάνημά του.
Για μένα, και νομίζω για πολλούς από εμάς που μεγαλώσαμε με την ιστορία του, ο Κατσόγιαννος είναι η ζωντανή απόδειξη του Ιωνάθαν του Γλάρου. Πριν καν γραφτεί το βιβλίο, αυτός ο άνθρωπος είχε ήδη καταλάβει το νόημά του: ότι η πτήση δεν είναι μεταφορικό μέσο, είναι τρόπος ζωής. Δεν πετούσε για να πάει κάπου. Πετούσε γιατί μόνο εκεί πάνω ένιωθε πραγματικά ο εαυτός του.
Έφυγε νωρίς, το 1985, σε μια πτήση επίδειξης στο χωριό του. Αλλά ίσως έτσι έπρεπε να γίνει για έναν τέτοιο άνθρωπο. Να μείνει για πάντα εκεί ψηλά, στις κορυφές των Αγράφων, θυμίζοντάς μας ότι ακόμα και μέσα στη λάσπη του κάμπου, αν έχεις το πείσμα, μπορείς να φτιάξεις φτερά και να φύγεις.














