Από το Χωράφι στο Τραπέζι o Πατροπαράδοτος Κύκλος του Ψωμιού




Η παραγωγή του σιταριού τα παλαιότερα χρόνια δεν ήταν απλώς μια αγροτική εργασία, αλλά μια ιερή ιεροτελεστία γεμάτη συναίσθημα, μόχθο και βαθιά πίστη. Όλος ο κύκλος ξεκίνούσε το φθινόπωρο με τη σχολαστική προετοιμασία του σπόρου. Αφού τον κοσκίνιζαν για να απομακρύνουν τα ζιζάνια, τον περνούσαν από διάλυμα γαλαζόπετρας για να τον προστατεύσουν από τις ασθένειες. Η σπορά άρχιζε πάντα με ευλογημένες ημέρες, όπως η Δευτέρα ή η Τετάρτη. Με το σταυροκόπημα του ζευγά και την αυθεντική ευχή «ώρα καλή και καλό μπερεκέτι», οι αγρότες άνοιγαν τις πρώτες αυλακιές στο χώμα με τη βοήθεια των ζώων τους, ελπίζοντας στην πολυπόθητη αφθονία που θα έφερναν οι βροχές.Καθώς ο καιρός γύριζε προς την άνοιξη και το καλοκαίρι, η φροντίδα συνεχιζόταν. Τον Μάιο οι γεωργοί σκάλιζαν και βοτάνιζαν τα χωράφια, αραιώνοντας το καλαμπόκι και ξεριζώνοντας τα αγριόχορτα. Όταν πια ο καρπός χρύσιζε κάτω από τον ήλιο του Ιουνίου ή του Ιουλίου, ξεκινούσε ο επίπονος θέρος. Άνδρες και γυναίκες δούλευαν με τα δρεπάνια από την ανατολή μέχρι τη δύση. Έδεναν τα κομμένα σιτάρια σε δεμάτια χρησιμοποιώντας βρεγμένα, ευλύγιστα στελέχη από την ίδια τη ρίζα, και τα έστηναν όρθια σε «τριώτες». Στη συνέχεια, φόρτωναν τα ζώα με απόλυτη ισορροπία, βάζοντας τρία δεμάτια σε κάθε πλευρά, και έπαιρναν τον δρόμο για τα αλώνια.Τα αλώνια, και ειδικά τα πέτρινα «πετράλωνα», στήνονταν σε ράχες και υψώματα για να τα πιάνει καλά ο αέρας. Η προετοιμασία τους απαιτούσε το άλειμμα των πλακών με μείγμα από βουνιές για να σφραγίσουν οι ρωγμές. Εκεί, τα μουλάρια και τα βόδια γύριζαν κυκλικά για μέρες, ποδοπατώντας τα στάχυα. Με τα ξύλινα δίκρανα ξεχώριζαν το χοντρό άχυρο στα «βρυζώνια» για την τροφή των ζώων, ενώ το ξανέμισμα στον αέρα απομάκρυνε το ψιλό άχυρο, τον «μπραχνό». Το τελικό ριμόνισμα με τα μεγάλα κόσκινα αποκάλυπτε επιτέλους το σιτάρι, καθαρό και αστραφτερό σαν χρυσό φλουρί.Αυτή η τελική στιγμή της δικαίωσης αποτελούσε την απόλυτη ανταμοιβή για τους κόπους μιας ολόκληρης χρονιάς. Αν η σοδειά ήταν πλούσια, η ικανοποίηση πλημμύριζε τις καρδιές όλων. Αν πάλι η χρονιά ήταν κακή, οι παλιοί άνθρωποι δεν βαρυγκωμούσαν ούτε τα έβαζαν ποτέ με τον Θεό· ένιωθαν μόνο μια βουβή στεναχώρια για τον χαμένο τους ιδρώτα. Στο τέλος, μετρούσαν τη σοδειά με τον δικό τους παραδοσιακό τρόπο, χρησιμοποιώντας ως μονάδα μέτρησης τους μεγάλους τενεκέδες του λαδιού . Δύο τέτοιοι γεμάτοι τενεκέδες ζύγιζαν περίπου 20 οκάδες, ποσότητα που αντιστοιχούσε σε ένα «κιλό» με βάση τις δικές τους πρακτικές μετρήσεις. Όσο περισσότερα τέτοια «κιλά» αποθήκευαν στο αμπάρι τους, τόσο μεγαλύτερη ήταν η σιγουριά και η χαρά ότι η οικογένεια θα είχε εξασφαλίσει το ψωμί της μέχρι την επόμενη σοδειά.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια