Το Παζάρι που με Σπούδασε

 

📌 η φώτο είναι προϊόν τεχνικής νοημοσύνης


Κλείνω τα μάτια και ο νους μου φεύγει γραμμή για τα παλιά. Σα να βλέπω τον εαυτό μου παιδάκι, εκεί, στα μέσα της δεκαετίας του ’50, τότε που το κρύο ψηλά στα Άγραφα θέριζε και σου τρυπούσε το κόκαλο. Κακός χειμώνας, με τα χιόνια να πλακώνουν τις σκεπές, και η μόνη μας σωτηρία ήταν το πρόβειο μαλλί. Μες στο φτωχικό μας, ο αργαλειός της μάνας μου δεν έπαιρνε ανάσα, χτύπαγε μέρα-νύχτα. Την αναπολώ να κάθεται σκυμμένη, να γνέθει με το αδράχτι, να υφαίνει το βιος μας. Μας έντυνε από την κεφαλή μέχρι τα πόδια για να παλέψουμε την παγωνιά. Κι εκείνες οι βαριές, φουντωτές φλοκάτες και τα τσιόλια που στρώναμε χάμω για να γλυκάνει το πέτρινο πάτωμα; Δεν ήταν απλά στρωσίδια. Ήταν το καμάρι της μάνας, ο πλούτος του σπιτιού και η προίκα που θα παίρναν οι αδερφάδες μου σαν θα ερχόταν η ώρα της παντρειάς.
Μόλις σώζαμε όσα χρειαζόταν η φαμελιά για τον βαρύ χειμώνα, άρχιζε ο μεγάλος σαματάς. Φορτώναμε τα ζωντανά με τα τσουβάλια το μαλλί και τις ολοκαίνουργιες βελέντζες και παίρναμε το κατηφορικό μονοπάτι. Πρώτος σταθμός το Μουζάκι· εκεί γινόταν το μεγάλο σμίξιμο, εκεί ανταμώνει το βουνό με τον κάμπο.
Σα να νιώθω πάλι εκείνη την κάψα και τη βουή μόλις πατούσαμε στο παζάρι. Τι χρόνια κι εκείνα! Μυρωδιά από φρέσκο μαλλί, κοπριά, λάσπη και καπνό από τα τσιγάρα των γερόντων, όλα ένα κουβάρι με τις φωνές των εμπόρων. Κι εγώ, ένα τσοπανόπουλο, στεκόμουν στην πόρτα από το παλιό πατζατζίδικο. Έβαζα το χέρι μου αντηλιά στο κούτελο για να μη με στραβώνει ο ήλιος του κάμπου και χάζευα το πανηγύρι. Ο έμπορος σήκωνε ψηλά την παλάντζα, φόρτωνε το μαλλί με το κιλό κι άρχιζε το νταραβέρι. Οι γυναίκες, με τα μαύρα τσεμπέρια σφιχτοδεμένα, πέφτανε πάνω σαν τα γεράκια. Μάτια σπίθες, φωνές, παζάρεμα σκληρό για μια δεκάρα παραπάνω.
Δίπλα, ο πλανόδιος πέρναγε με τη βελέντζα ριγμένη στον ώμο, με τους φλόκους να κρέμονται, και ξελαρυγγιαζόταν φωνάζοντας για να βρει αγοραστή. Για μένα, αυτό το παζάρι ήταν το μεγάλο σχολείο. Εκεί μέσα αντρώθηκα, μα εκεί μέσα πάρθηκε και η μεγάλη απόφαση.
Ο πατέρας μου, κοιτάζοντάς με να μετράω τις δεκάρες και να γράφω τις συμφωνίες στα χαρτιά, το είπε καθαρά: «Ετούτο το παιδί έχει έφεση στα γράμματα, δεν θα μείνει στα κοπάδια». Έτσι, με το περίσσευμα από εκείνα τα σκληρά παζάρια, με τις φλοκάτες που πουλήσαμε στις πόλεις και με χίλιες στερήσεις, το παιδί της γωνιάς μεγάλωσε και έφυγε για να σπουδάσει. Περάσανε τα χρόνια, ήρθαν οι δεκαετίες του '60 και του '70, πήρα πτυχία, άλλαξε η ζωή μου, μα την καταγωγή μου δεν την ξέχασα ποτέ. Κάθε φορά που έπιανα ένα βιβλίο στα χέρια μου, θυμόμουν πως η γνώση μου πληρώθηκε με το μαλλί των προβάτων μας, με τον ιδρώτα του πατέρα στον κάμπο και την αυστηρή ματιά της μάνας πάνω από την παλάντζα.
Σήμερα,  πια, όταν κοιτάζω πίσω, ξέρω πως η αληθινή μου ρίζα είναι εκείνο το παζάρι. Αυτή η φτωχολογιά των Αγράφων, που με το μαλλί της με ζέστανε και με τις οικονομίες της με σπούδασε, είναι η βαριά κληρονομιά μου που με κρατάει ζωντανό και περήφανο.
Κ.Δ.Γ

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια