Η Σκληρή Ζωή και το Χαμένο Έπαγγελμα του Γελαδάρη.

 


Όταν κοιτάζει κανείς τον ορίζοντα στον απέραντο κάμπο της Καρδίτσας, η αίσθηση της απεραντοσύνης είναι καθηλωτική. Αυτό το τεράστιο, γόνιμο κομμάτι γης, που απλώνεται κάτω από τη σκιά των Αγράφων, δεν υπήρξε ποτέ απλώς ένας τόπος αγροτικής παραγωγής. Είναι ένας ζωντανός οργανισμός με τη δική του κουλτούρα, βαθιά δεμένος με το χώμα και τους ανθρώπους του. Ανάμεσα στις φιγούρες που σημάδεψαν την καθημερινότητα των χωριών της περιοχής μέχρι και τα μέσα του περασμένου αιώνα, ξεχωρίζει αυτή του γελαδάρη. Ήταν ο άνθρωπος που αναλάμβανε να οδηγήσει τη γελαδαριά, το συλλογικό κοπάδι του χωριού, στα βοσκοτόπια, ζώντας μια ζωή γεμάτη μοναξιά, σκληρό μόχθο, αλλά και μια αυθεντική ελευθερία.Οι γελαδάρηδες ήταν στην πλειονότητά τους φτωχοί και ακτήμονες άνθρωποι του κάμπου. Μην έχοντας δικά τους κτήματα ή μεγάλα κοπάδια, νοίκιαζαν την εργασία τους στους συγχωριανούς τους για να εξασφαλίσουν τα προς το ζην. Η συμφωνία με την κοινότητα γινόταν συνήθως για ένα εξάμηνο και η αμοιβή τους ονομαζόταν ρόγα. Ο κάθε νοικοκύρης που είχε μία ή περισσότερες αγελάδες πλήρωνε τον γελαδάρη για να τις προσέχει. Επιπλέον, υπήρχε το παραδοσιακό έθιμο του φιλέματος. Όταν μια αγελάδα γέννησε, ο ιδιοκτήτης της γέμιζε τον τροβά του βοσκού με τσίπουρο, ψωμί, καλομαγειρεμένο φαγητό και φρούτα, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης και χαράς για το νέο ζωντανό.
Η καθημερινή ρουτίνα του γελαδάρη ξεκινούσε με την ανατολή του ήλιου στην άκρη του χωριού, στον τόπο σύναξης του κοπαδιού. Από εκεί, με δυνατές φωνές, σφυρίγματα και τα χαρακτηριστικά χουγιάσματα, οδηγούσε τα ζώα προς τα βοσκοτόπια, τα δάση, τις ρεματιές και τις όχθες των ποταμών. Τις ώρες που ο ήλιος έκαιγε το μεσημέρι, το κοπάδι οδηγούνταν στον σταλό, ένα σκιερό μέρος κοντά σε πηγές, ποτάμια ή λίμνες. Εκεί τα ζώα ξεκουράζονταν και ποτίζονταν, ενώ ο γελαδάρης έβρισκε την ευκαιρία να φάει το λιτό φαγητό του, να τραγουδήσει ή να ξαποστάσει μέσα στη σιωπή της φύσης. Στον σταλό μαζεύονταν και οι κοπριές των ζώων, τις οποίες οι βοσκοί μάζευαν, τις ξέραιναν και τις πουλούσαν ως λίπασμα ή καύσιμη ύλη, εξασφαλίζοντας ένα μικρό συμπλήρωμα για το φτωχικό τους εισόδημα.Η δουλειά αυτή όμως έκρυβε μεγάλες ευθύνες και κινδύνους. Ο γελαδάρης ήταν ο απόλυτος υπόλογος για κάθε απώλεια απέναντι στους συγχωριανούς του. Έπρεπε να γνωρίζει τον χαρακτήρα κάθε ζώου, ποιο ήταν λαίμαργο και ξεστράτιζε, και ποιο ήταν ανήσυχο. Ο κάμπος και οι παρυφές των γύρω βουνών έκρυβαν πάντα την απειλή των λύκων. Τότε, ο γελαδάρης έπρεπε με ειδικές, άγριες κραυγές και τη βοήθεια των πιστών του σκυλιών να διώξει τα ζουλάπια και να κρατήσει το κοπάδι ενωμένο. Αν κάποιο ζώο χανόταν ή τραυματιζόταν, ο ίδιος έπρεπε να τρέξει μέσα στη νύχτα για να το εντοπίσει. Το καλοκαίρι μάλιστα, τα στέρφα ζώα ξενυχτούσαν έξω στην εξοχή, ενώ τα γαλάρια επέστρεφαν το σούρουπο στο χωριό, όπου τα περίμεναν τα μοσχάρια και οι γυναίκες για το άρμεγμα.
Με το πέρασμα των χρόνων, την εκμηχάνιση της γεωργίας και τη στροφή προς την οργανωμένη, σταβλισμένη κτηνοτροφία, το επάγγελμα του παραδοσιακού γελαδάρη άρχισε να σβήνει νομοτελειακά. Σήμερα, οι φωνές τους, τα χουγιάσματα και ο ήχος από τα βαριά κουδούνια των αγελάδων δεν ακούγονται πια στις ρεματιές και στα λιβάδια της Καρδίτσας. Παραμένουν όμως ζωντανά στη μνήμη των παλαιότερων, ως ένα ισχυρό σύμβολο μιας περασμένης εποχής, όπου ο άνθρωπος και η φύση του θεσσαλικού κάμπου συνυπήρχαν σε μια σκληρή αλλά απόλυτα αρμονική ισορροπία.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια