
Σὰν ἔξαφνα, ὥρα μεσάνυχτ’, ἀκουσθεῖ
ἀόρατος θίασος νὰ περνᾶ
μὲ μουσικὲς ἐξαίσιες, μὲ φωνές —
τὴν τύχη σου ποὺ ἐνδίδει πιά, τὰ ἔργα σου
ποὺ ἀπέτυχαν, τὰ σχέδια τῆς ζωῆς σου
ποὺ βγῆκαν ὅλα πλάνες, μὴ ἀνοφέλετα θρηνήσεις.
Σὰν ἕτοιμος ἀπὸ καιρό, σὰ θαρραλέος,
ἀποχαιρέτα την, τὴν Ἀλεξάνδρεια ποὺ φεύγει.
Πρὸ πάντων μὴ γελασθεῖς, μὴν πεῖς πὼς ἦταν
ἕνα ὄνειρο, πὼς ἀπατήθηκεν ἡ ἀκοή σου·
μάταιες ἐλπίδες τέτοιες μὴν καταδεχθεῖς.
Σὰν ἕτοιμος ἀπὸ καιρό, σὰ θαρραλέος,
σὰν ποὺ ταιριάζει σε ποὺ ἀξιώθηκες τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερὰ πρὸς τὸ παράθυρο,
κι ἄκουσε μὲ συγκίνησιν, ἀλλ’ ὄχι
μὲ τῶν δειλῶν τὰ παρακάλια καὶ παράπονα,
ὡς τελευταία ἀπόλαυσι τοὺς ἤχους,
τὰ ἐξαίσια ὄργανα τοῦ μυστικοῦ θιάσου,
κι ἀποχαιρέτα την, τὴν Ἀλεξάνδρεια ποὺ χάνεις.
ἀόρατος θίασος νὰ περνᾶ
μὲ μουσικὲς ἐξαίσιες, μὲ φωνές —
τὴν τύχη σου ποὺ ἐνδίδει πιά, τὰ ἔργα σου
ποὺ ἀπέτυχαν, τὰ σχέδια τῆς ζωῆς σου
ποὺ βγῆκαν ὅλα πλάνες, μὴ ἀνοφέλετα θρηνήσεις.
Σὰν ἕτοιμος ἀπὸ καιρό, σὰ θαρραλέος,
ἀποχαιρέτα την, τὴν Ἀλεξάνδρεια ποὺ φεύγει.
Πρὸ πάντων μὴ γελασθεῖς, μὴν πεῖς πὼς ἦταν
ἕνα ὄνειρο, πὼς ἀπατήθηκεν ἡ ἀκοή σου·
μάταιες ἐλπίδες τέτοιες μὴν καταδεχθεῖς.
Σὰν ἕτοιμος ἀπὸ καιρό, σὰ θαρραλέος,
σὰν ποὺ ταιριάζει σε ποὺ ἀξιώθηκες τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερὰ πρὸς τὸ παράθυρο,
κι ἄκουσε μὲ συγκίνησιν, ἀλλ’ ὄχι
μὲ τῶν δειλῶν τὰ παρακάλια καὶ παράπονα,
ὡς τελευταία ἀπόλαυσι τοὺς ἤχους,
τὰ ἐξαίσια ὄργανα τοῦ μυστικοῦ θιάσου,
κι ἀποχαιρέτα την, τὴν Ἀλεξάνδρεια ποὺ χάνεις.
(Κ. Π. Καβάφης, Ποιήματα 1897-1933)
Εδώ είναι η απόδοση του ποιήματος σε απλή, καθημερινή γλώσσα:
Όταν ξαφνικά, μέσα στα μεσάνυχτα, ακούσεις να περνά ένας αόρατος θίασος με υπέροχες μουσικές και φωνές, μην κλάψεις άδικα για την τύχη σου που πλέον σε εγκαταλείπει, για τα έργα σου που απέτυχαν και για τα σχέδια της ζωής σου που αποδείχθηκαν όλα μια ψευδαίσθηση.
Σαν άνθρωπος που ήταν έτοιμος από καιρό και με θάρρος, αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.
Πάνω απ' όλα μην κοροϊδέψεις τον εαυτό σου. Μην πεις ότι ήταν απλώς ένα όνειρο ή ότι έκαναν λάθος τα αυτιά σου. Μην δεχτείς τέτοιες μάταιες ελπίδες.
Σαν έτοιμος από καιρό, σαν θαρραλέος —όπως ακριβώς ταιριάζει σε εσένα που αξιώθηκες να ζήσεις σε μια τόσο σπουδαία πόλη— πλησίασε σταθερά στο παράθυρο. Άκουσε με συγκίνηση, αλλά χωρίς τις ικεσίες και τα παράπονα των δειλών, τους ήχους ως μια τελευταία απόλαυση: τα υπέροχα όργανα αυτού του μυστικού θιάσου.
Και αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις για πάντα.
Το ποίημα μας λέει ότι όταν έρχεται το οριστικό τέλος μιας μεγάλης και όμορφης περιόδου της ζωής μας (μιας σχέσης, μιας καριέρας, των νεανικών μας χρόνων), δεν πρέπει να κλαιγόμαστε, να παρακαλάμε ή να αρνούμαστε την πραγματικότητα. Πρέπει να κοιτάμε την απώλεια στα μάτια με αξιοπρέπεια και υπερηφάνεια, νιώθοντας ευγνωμοσύνη για τις σπουδαίες στιγμές που είχαμε την τύχη να ζήσουμε.










0 Σχόλια