Τις προηγούμενες ημέρες, η διπλωματική σκακιέρα της Ανατολικής Μεσογείου πήρε «φωτιά» μετά από μια αιφνιδιαστική εξέλιξη στη Λιβύη, η οποία ανατρέπει δεδομένα ετών. Η πολιτική ηγεσία της Βεγγάζης, μια πλευρά στην οποία η Αίγυπτος είχε επενδύσει τεράστιο διπλωματικό κεφάλαιο για χρόνια, προχώρησε τελικά στην επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου. Η κίνηση αυτή της Άγκυρας να αποσπάσει την κοινοβουλευτική κύρωση ενός συμφώνου που το Κάιρο ήθελε πάση θυσία να μείνει στα συρτάρια, προκάλεσε έντονη δυσαρέσκεια και συναγερμό στην αιγυπτιακή πλευρά. Η απάντηση όμως δεν άργησε να έρθει, καθώς Αθήνα και Κάιρο αντέδρασαν άμεσα, ανακοινώνοντας την έναρξη επίσημων συζητήσεων για την επέκταση της μεταξύ τους συμφωνίας οριοθέτησης ΑΟΖ.
Οι ισορροπίες στην περιοχή δεν ήταν ποτέ σταθερές, όμως οι τελευταίες εξελίξεις δείχνουν ότι μπαίνουμε σε μια φάση έντονης μεταβολής, όπου οι παραδοσιακές συμμαχίες δοκιμάζονται σκληρά. Το μεγάλο ζητούμενο στην περιοχή ήταν ανέκαθεν ο έλεγχος των θαλάσσιων περασμάτων και η νομική κατοχύρωση των κυριαρχικών δικαιωμάτων. Σε αυτό το πλαίσιο, η ικανότητα ορισμένων κρατών να διεισδύουν σε ξένες ζώνες επιρροής και να αποσπούν δεσμεύσεις —εκεί που άλλοι θεωρούσαν ότι είχαν σίγουρη την υποστήριξη— αλλάζει ριζικά το παιχνίδι. Όταν επενδύονται χρόνια διπλωματικού κεφαλαίου σε μια συγκεκριμένη πολιτική πλευρά και αυτή τελικά επιλέγει να στηρίξει τα συμφέροντα ενός τρίτου παίκτη, γίνεται σαφές ότι οι συμμαχίες στη διεθνή σκακιέρα μπορούν να αλλάξουν πολύ εύκολα.
Για την Ελλάδα, η ανατροπή αυτή στη Λιβύη φέρνει άμεσες διπλωματικές απώλειες που δεν πρέπει να υποτιμηθούν. Η επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βεγγάζη αποτελεί ξεκάθαρη διπλωματική ήττα για το κοινό μέτωπο Ελλάδας-Αιγύπτου. Η Αθήνα και το Κάιρο πόνταραν για χρόνια στην πολιτική πλευρά της ανατολικής Λιβύης ως το βασικό ανάχωμα ενάντια στις τουρκικές επιδιώξεις. Το γεγονός ότι η Άγκυρα κατάφερε να τους αποσπάσει την υπογραφή σημαίνει ότι η Ελλάδα έχασε ένα ισχυρό στήριγμα μέσα στη Λιβύη. Παράλληλα, δημιουργείται μια σημαντική νομική αναβάθμιση του τουρκολιβυκού μνημονίου. Μέχρι σήμερα, η ελληνική πλευρά υποβάθμιζε το μνημόνιο ως ανυπόστατο επειδή δεν είχε επικυρωθεί από το λιβυκό κοινοβούλιο. Τώρα, η Άγκυρα αποκτά ένα ισχυρότερο νομικό και πολιτικό πάτημα για να υποστηρίξει τις αυθαίρετες διεκδικήσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο, γκριζάροντας ακόμα περισσότερο την περιοχή νότια της Κρήτης.
Παρά τη ζημιά αυτή, η κατάσταση μπορεί τελικά να συμφέρει την Ελλάδα και να βγει σε καλό, υπό μία βασική προϋπόθεση: να αξιοποιηθεί σωστά η οργή της Αιγύπτου. Μέχρι πρότινος, η Αίγυπτος ήταν εξαιρετικά διστακτική να επεκτείνει την ΑΟΖ με την Ελλάδα ανατολικά του 28ου μεσημβρινού, καθώς δεν ήθελε να έρθει σε ευθεία ρήξη με την Τουρκία. Το πλήγμα όμως που δέχτηκε το Κάιρο από την Άγκυρα στη Βεγγάζη αλλάζει τα δεδομένα. Η Αίγυπτος νιώθει εγκλωβισμένη και πλέον έχει ισχυρό κίνητρο να απαντήσει στην Τουρκία. Αν η ελληνική διπλωματία εκμεταλλευτεί αυτό το μομέντουμ και καταφέρει να υπογράψει μια πραγματική επέκταση της ΑΟΖ που θα αναγνωρίζει την επήρεια των ελληνικών νησιών, τότε η αρχική απώλεια θα μετατραπεί σε ένα τεράστιο στρατηγικό κέρδος. Αν όμως η Αίγυπτος χρησιμοποιήσει την Ελλάδα απλώς για να εκβιάσει την Τουρκία και οι συζητήσεις μείνουν στα χαρτιά, τότε η Ελλάδα θα έχει μείνει με τη ζημιά μιας ενισχυμένης τουρκολιβυκής συμφωνίας.
Απέναντι σε αυτές τις ανατροπές, η μόνη ουσιαστική απάντηση είναι η δημιουργία ισχυρών νομικών δεδομένων. Η έναρξη των συζητήσεων για νέες οριοθετήσεις και η επέκταση των υφιστάμενων συμφωνιών δεν είναι απλώς μια κίνηση εντυπωσιασμού, αλλά μια αναγκαιότητα για να μπει ένα «ανάχωμα» απέναντι σε επεκτατικές βλέψεις. Η διεθνής συζήτηση στρέφεται ξανά γύρω από το κατά πόσο τα νησιά έχουν δικαίωμα σε θαλάσσιες ζώνες, ένα ζήτημα που αποτελεί το βασικό σημείο τριβής στην περιοχή. Παράλληλα, η μετατόπιση των γραμμών οριοθέτησης πιο ανατολικά αποτελεί το κλειδί για τον έλεγχο των ενεργειακών και εμπορικών δρόμων. Η ιστορία του 2020 μας διδάσκει ότι το Κάιρο είναι ένας σκληρός διαπραγματευτής. Τότε, η Αίγυπτος είχε επιμείνει να περιοριστεί η οριοθέτηση μεταξύ του 26ου και του 28ου μεσημβρινού, θέλοντας να αποφύγει την εμπλοκή της στις πιο θερμές και αμφισβητούμενες ζώνες της Ανατολικής Μεσογείου. Χρειάστηκαν τότε επίμονες προσπάθειες και απευθείας παρεμβάσεις σε κορυφαίο επίπεδο προκειμένου να μείνει ανοιχτό το παράθυρο μιας μελλοντικής επέκτασης, γεγονός που δείχνει ότι τίποτα δεν χαρίζεται.
Το μεγάλο στοίχημα για την επόμενη ημέρα είναι αν αυτές οι διπλωματικές επαφές θα μείνουν στα χαρτιά ως μια απλή κίνηση διαμαρτυρίας ή αν θα μετουσιωθούν σε πράξεις. Στο παρελθόν έχουμε δει ότι οι μεγάλες δυνάμεις της περιοχής προτιμούν να αποφεύγουν τις άμεσες συγκρούσεις, επιλέγοντας πιο ασφαλείς, ενδιάμεσες λύσεις για να μην χαλάσουν τις σχέσεις τους με άλλους ισχυρούς γείτονες. Οι επόμενοι μήνες θα δείξουν αν η πολιτική βούληση είναι αρκετή για να ξεπεραστούν οι γεωγραφικές και νομικές δυσκολίες που κρατούν την Ανατολική Μεσόγειο σε κατάσταση διαρκούς νευρικότητας.
Για την Ελλάδα, η συγκυρία αυτή αποτελεί μια σημαντική ευκαιρία, αλλά κρύβει και παγίδες που απαιτούν μεγάλη προσοχή από την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία. Η Αθήνα πρέπει να αποφύγει την παγίδα να εγκλωβιστεί σε μια συμφωνία που θα εξυπηρετεί μόνο την ανάγκη του Καΐρου για μια προσωρινή επικοινωνιακή απάντηση στην Άγκυρα. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να γίνονται συζητήσεις για τα μάτια του κόσμου, αλλά να υπάρξει ουσιαστική δέσμευση με χειροπιαστά αποτελέσματα. Η ελληνική διπλωματία οφείλει να πιέσει για μια πλήρη και νομικά δεμένη επέκταση ανατολικά του 28ου μεσημβρινού, χωρίς εκπτώσεις στα κυριαρχικά δικαιώματα των νησιών μας που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της εθνικής μας στρατηγικής. Σε μια περιοχή όπου οι ισορροπίες αλλάζουν από τη μια στιγμή στην άλλη, η χώρα μας πρέπει να κινηθεί γρήγορα και αποφασιστικά, μετατρέποντας τις διπλωματικές επαφές σε σταθερά τετελεσμένα πριν το σκηνικό αλλάξει ξανά.
StrategosX











0 Σχόλια