Η εικόνα που έχουμε για την επαρχιακή Ελλάδα του Μεσοπολέμου είναι συχνά μονοδιάστατη, γεμάτη από τη σκόνη του κάμπου και την απομόνωση. Αν όμως ξύσει κανείς την επιφάνεια, πίσω από την ήρεμη πρόσοψη κρύβονται ιστορίες γεμάτες ορμή, ανατροπές και ανθρώπους που πάσχιζαν για τη μόρφωση και την πρόοδο. Μια τέτοια ιστορία, που μοιάζει με αληθινό παραμύθι, γράφτηκε στην Καρδίτσα του 1927.
{Για να καταλάβουμε το κλίμα της εποχής, αρκεί να κοιτάξουμε την κοινωνική ανθρωπογεωγραφία της περιοχής. Από τη μία πλευρά, υπήρχε μια ιδιόμορφη «κάστα» σαλονιών. Δικαστικοί, διοικητικοί υπάλληλοι και ξεπεσμένοι απόγονοι παλιών οικογενειών, που εξαντλούσαν τη ζωή τους στο κουτσομπολιό, σε ανιαρούς έρωτες και στο ολονύκτιο χαρτοπαίγνιο. Για αυτούς, ο υπόλοιπος κόσμος ήταν απλώς ανύπαρκτος.Από την άλλη, έσφυζε η πραγματική ζωή: 18.000 άνθρωποι, ένα κράμα από Καραγκούνηδες του κάμπου, εσωτερικούς μετανάστες από τα ορεινά των Αγράφων, Βλαχόφωνους, Εβραίους και πρόσφυγες. Ήταν ένας κόσμος του μόχθου, που πάλευε στα ραφτάδικα, στα τσαγκαράδικα και στις καπναποθήκες, ενώ την ίδια στιγμή η πόλη προσπαθούσε να κοιτάξει προς τη Δύση, χτίζοντας την πρωτοποριακή για την εποχή Δημοτική Αγορά από σκυρόδεμα και γυαλί.Όπως αναφέρει o Ζήσης Σκάρος στο μυθιστόρημα του «Οι ρίζες του ποταμού»}
Η καθημερινότητα είχε το δικό της, απαράβατο τελετουργικό. Κάθε Τετάρτη, στο εβδομαδιαίο παζάρι, οι ξωμάχοι κατέβαιναν από τα χωριά για τις συναλλαγές τους και η αγορά μετατρεπόταν σε έναν ζωντανό χώρο συζητήσεων για τα προβλήματα της καθημερινότητας, τις τιμές των προϊόντων και τις δυσκολίες της επιβίωσης.
Στον αντίποδα, κάθε Κυριακή, μετά τον εκκλησιασμό, το σκηνικό άλλαζε. Το ζητούμενο πλέον ήταν η πνευματική τροφή. Η ανάγκη για μόρφωση άρχισε να σιγοβράζει, και το «στρατηγείο» αυτής της αλλαγής στήθηκε στα γραφεία μιας εφημερίδας: της Θεσσαλικής Φωνής, που εξέδιδαν δύο αδέλφια από τη Γορτυνία, ο Βασίλης και ο Παναγιώτης Λιόλιος, οι οποίοι λειτουργούσαν παράλληλα βιβλιοπωλείο και τυπογραφείο.
Εκεί, ανάμεσα στα μελάνια και τα πιεστήρια, διανοούμενοι, όπως ο νεαρός νομικός και χρονογράφος Απόστολος Βογιατζής, συζητούσαν με τις ώρες. Μια μέρα, η κουβέντα έφτασε στο μεγάλο όνειρο: την ίδρυση μιας Λαϊκής Βιβλιοθήκης. «Είναι δύσκολο», έλεγαν οι περισσότεροι μέσα στις αντίξοες συνθήκες της εποχής. Τότε, δύο κληρικοί με ανοιχτό μυαλό, ο πρωτοσύγκελος Κύριλλος Ψυχογιός και ο ιεροκήρυκας Κύριλλος Καρμπαλιώτης, έκοψαν τον γόρδιο δεσμό: «Μπορούμε να την κάνουμε και τώρα. Πάμε στον δήμαρχο».
Ο δήμαρχος Αστέριος Αλλαμανής υιοθέτησε αμέσως με προθυμία την ιδέα. Στις 30 Αυγούστου 1927 ιδρύεται επίσημα ο Σύλλογος «Λαϊκή Βιβλιοθήκη Καρδίτσης η Αθηνά», έχοντας ως πρότυπο τον αθηναϊκό «Παρνασσό». Η ανταπόκριση της κοινωνίας ήταν συγκινητική. Ενοικιάστηκε ένα ευρύχωρο κέντρο δίπλα στο ιστορικό ξενοδοχείο Άρνη, ο δήμαρχος βοήθησε στη συγκέντρωση πόρων, οι κυρίες της πόλης οργάνωσαν εράνους στην Ευαγγελίστρια και οι πρώτοι τόμοι βιβλίων άρχισαν να καταφθάνουν.
Η «Αθηνά» όμως δεν έμεινε ένα απλό αναγνωστήριο. Τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς, δάσκαλοι και καθηγητές ενώθηκαν για να λειτουργήσουν μια Νυχτερινή Σχολή. Δημιουργήθηκαν δύο τάξεις: μία για τους «εντελώς αμαθείς», με σκοπό την εξάλειψη του αναλφαβητισμού, και μία για τους «ημιμαθείς», με πρακτικές και εγκυκλοπαιδικές γνώσεις για τη ζωή. Οι καταστηματάρχες άφηναν νωρίτερα τους υπαλλήλους τους για να προλάβουν το μάθημα. Άνθρωποι που δεν είχαν πιάσει ποτέ βιβλίο στα χέρια τους, άρχισαν να ανακαλύπτουν τον κόσμο των γραμμάτων.
Αυτή η πνευματική αφύπνιση και η δωρεάν πρόσβαση στη γνώση δεν άργησε να προκαλέσει αντιδράσεις σε συντηρητικούς κύκλους, οδηγώντας λίγα χρόνια αργότερα, το 1933, σε μια πολύκροτη δικαστική περιπέτεια για τη βιβλιοθήκη, η οποία όμως κατέληξε σε αθώωση. Το νερό είχε ήδη μπει στο αυλάκι.
Η μεσοπολεμική Καρδίτσα απέδειξε ότι η επιθυμία για μάθηση είναι μια δύναμη ασταμάτητη. Γέννησε πρόσωπα που κράτησαν τις ρίζες τους βαθιά στον κάμπο, αλλά η πνευματική και κοινωνική τους προσφορά ξεχύθηκε σαν ορμητικό ποτάμι, αφήνοντας ανεξίτηλο σημάδι στην ιστορία του τόπου.
Διαβάστε επίσης:
Διαβάστε Περισσότερα →











0 Σχόλια